Ως θόλωση των παρθένων ελαιολάδων, εννοούμε την γενική οπτική διαφοροποίηση που εμφανίζουν κατά την έκθεση τους σε χαμηλές θερμοκρασίες οι οποίες μπορεί να παρουσιάζονται είτε ως λευκό διάσπαρτο νέφος είτε ως αχνή μουντάδα είτε και ως λευκά μικρά στίγματα επικολλημένα στα τοιχώματα του δοχείου ή και τον πυθμένα του.
Το ελαιόλαδο, δηλαδή ο φυσικός χυμός του καρπού της ελιάς, παρουσιάζει σχετική θόλωση κατά τους χειμερινούς μήνες εφ΄όσον εκτεθεί σε χαμηλές θερμοκρασίες και αυτό είναι ένα φαινόμενο φυσιολογικό. Το θέμα έως σήμερα δεν έχει αποδειχθεί που οφείλεται και δεν υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης ή και εξάλειψης του, εκτός εάν υποστεί την ειδική επεξεργασία της απομαργαρίνωσης, κατεργασία όμως που δεν χρησιμοποιείται στο παρθένο ελαιόλαδο.
Οι λόγοι που σχετίζονται με το φαινόμενο της θόλωσης ποικίλλουν και αφορούν τόσο εξωτερικούς παράγοντες -όπως: γεωγραφική περιοχή που προέρχονται τα ελαιόλαδα, η ποικιλία, ο βαθμός ωρίμανσης του καρπού, ο τρόπος ελαιοποίησης, αλλά και εσωτερικοί παράγοντες όπως ο τρόπος κατεργασίας εξευγενισμού αποθήκευσης, κτλ. Η κύρια αιτία του φυσικού φαινομένου της θόλωσης στα έλαια, θεωρείται πως οφείλεται τόσο στην σύνθεση των τριγλυκεριδίων τους -η οποία σχετίζεται με την ποικιλία της ελιάς και την γεωγραφική περιοχή από την οποία προέρχεται-, την σύνθεση των υπόλοιπων συστατικών του οπωρικού χυμού των, την ωριμότητα των καρπών κατά την ελαιοποίηση αλλά και τις συνθήκες που τηρούνται κατά την έκθλιψη και παραλαβή του.
Παρατηρείται γεωγραφικές πεδινές περιοχές με ανατολικομεσημβρινό προσανατολισμό συνήθως να δίνουν ελαιόλαδο με μεγαλύτερη αντοχή στην θόλωση απ’οτι ελαιόλαδο νοτιοδυτικής και ορεινής προέλευσης που συνήθως θολώνει πιο εύκολα. Επίσης ελαιόλαδο που προέρχεται από άγουρες ή και ημιώριμες ελιές (αγουρέλαιο) εμφανίζει συντομότερα το φαινόμενο απ’ ότι ελαιόλαδα που προέρχονται από ώριμες ή και υπερώριμες (μαύρες) ελιές. Ουσιαστικά στα ελαιόλαδα που λαμβάνονται από μικρόκαρπες αλλά και μεσόκαρπες ελαιοποιήσιμες κυρίως ποικιλίες, (Κορωνέϊκη, Λιανολιά, Αθηνολιά, Τσουνάτη –μαστοειδής και Μανάκι), λόγω του ότι ωριμάζουν σχεδόν ταυτόχρονα ενώ συνηθίζεται να συλλέγονται στο ίδιο στάδιο ωρίμανσης (ημιώριμες), παρατηρείται ότι το λαμβανόμενο ελαιόλαδο είναι πλέον ευάλωτο στις χαμηλές θερμοκρασίες από τα ελαιόλαδα που προέρχεται από μεγαλόκαρπες και
συνήθως επιτραπέζιες ποικιλίες (όπως Αδραμυτινή, Κολοβή, Μεγαρείτικη, Αμφίσσης κλπ), που συλλέγονται σε ωριμότερο στάδιο (συνήθως μαύρες) και παράγουν ελαιόλαδα που αντέχουν περισσότερο στις χαμηλές θερμοκρασίες. Εκτός βέβαια από την καταγωγή την ποικιλία τον προσανατολισμό του ελαιώνα, κλπ, το φαινόμενο της χειμερινής θόλωσης επηρεάζεται από τον συνδυασμό όλων των άλλων παραγόντων που αναφέρθηκαν πιο πάνω και δεν συνδέεται με την ποιότητα η οποιαδήποτε αρνητική επίδραση του ελαιολάδου στον ανθρώπινο οργανισμό.
Αντιθέτως, η ελαφρά θόλωση του παρθένου ελαιολάδου είναι μια φυσική ιδιότητα που παρατηρείται συχνά κατά τον χειμώνα, (και η οποία εξαφανίζεται όταν οι θερμοκρασίες επανέλθουν στα κανονικά επίπεδα), δεν διαφοροποιεί σε κανένα βαθμό το πλήθος των ωφελίμων συστατικών που περιέχει και δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο την υγεία των καταναλωτών.
AVATO Estate

